Buck, Pearl S. (1892-1973) [Συγγραφέας]. Mother

Έργο (αυτοτελές έργο)
1934
Αγγλικά
  • Στην κουζίνα του μικρού χωριατόσπιτου, με την αχυρένια σκεπή, η μάνα καθόταν σ' ένα χαμηλό σκαμνί, απο μπαμπού, πίσω απ' τη χωμάτινη θερμάστρα και μ' επιδέξιες κινήσεις έβαζε χόρτο μέσα στην τρύπα όπου έκαιγε μια φωτιά, κάτω απ' τη σιδερένια χύτρα. Μόλις τότε είχε καλοανάψει η φωτιά κι' αυτή κουνούσε πότε ένα κλαδάκι εδώ, πότε μια χούφτα φύλλα εκεί και κάπου-κάπου έρριχνε και πάλι μέσα λίγα ξερά χόρτα που είχε κόψει απ' τις πλαγιές των λόφων το περασμένο φθινόπωρο. Στη γωνιά της κουζίνας, όσο γινόταν πιο κοντά στη φωτιά, καθόταν μια πολύ γριά και κατσιασμένη γυναίκα, τυλιγμένη σ' ένα χοντρό καπλαντισμένο ρούχο, από ζωηρό κόκκινο όφασμα που οι άκριές του φαινόντουσαν κάτω από το μπαλωμένο γαλάζιο φόρεμα που φορούσε από πάνω. Ήταν μισότυφλη από μια βαρειά αρρώστεια των ματιών και τα τσίνουρά της ήταν σχεδόν κολλημένα. Μ' απ' τις μικρές χαραμάδες πούμεναν ακόμη ανοιχτές μπορούσε να βλέπει αρκετά καλά την αναλαμπή από τις φλόγες καθώς ξεπηδούσανε κι' ανάβανε κάτω από τα δυνατά κι' επιδέξια χέρια της μάνας. Έλεγε η γριά κι' οι κουβέντες της έβγαιναν σιγανά, σφυριχτά μέσα από τις γέρικες, χωρίς δόντια, μασέλλες της: «Πρόσεχε πως ταΐζεις τη φωτιά, μόνο αυτό το φόρτωμα έχουμε - ίσως κι' ένα ακόμα. Η άνοιξη μόλις έχει έρθει κι' έχουμε ακόμη πολύν καιρό ώσπου να ψηλώσει το χόρτο και να το κόψουμε. Κι' έτσι όπως έχει γίνει τώρα, δεν ξέρω αν θα μπορέσω ποτέ ξανά να πάω για χόρτο - άχρηστη μπαμπόγρια έχω γίνει που θάπρεπε καλύτερα να πεθάνω...».